ἔχω

ἔχω
+ V 63-43-79-97-215=497 Gn 1,29.30; 7,22; 8,11; 16,4
A: to have Gn 1,29; to possess Gn 49,25; to seize Jb 21,6; to bear, to wear Jer 27(50),42; to be able to [+inf.] Gn 18,31; to be [+adv.] Gn 43,27; to possess mentally, to understand [τι] Jer 45(38),19; to belong to [τινος] Prv 23,3
M: to hold on by, to cling to [τινος] Dt 30,20; to be close to [τινος] Gn 41,23; to be connected with [ἔκ τινος] Ex 26,3
P: to be held Jb 19,20
ἔχων with Sir 29,28; τῇ ἐχομένῃ (sc. ἡμέρᾳ) the next day 1 Chr 10,8; ἐχόμενός τινος next to Nm 2,12 Cf. AERTS 1965; HELBING 1928, 128-130; HORSLEY 1989, 56; JOÜON 1936, 96-98; SOISALON-SOININEN
1978, 92-99; →LSJ RSuppl; NIDNTT; TWNT
(→ἀνἔχω, ἀντἔχω, ἀπ-, διακατ-, ἐνἔχω, ἐξἔχω, ἐπἔχω, ἐπισυνἔχω, κατ-, μετ-, παρἔχω, περιἔχω, προσἔχω, προσεν-, συμμετ-, συνἔχω, ὑπἔχω, ὑπερἔχω,,)

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • ἔχω — check pres subj act 1st sg ἔχω check pres ind act 1st sg χόω throw imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έχω — βλ. πίν. 154 (και ως απρόσ. έχει) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • έχω — (I) (ΑΜ ἔχω) 1. κρατώ κάτι στα χέρια μου, είμαι ο κάτοχος (κύριος, ιδιοκτήτης) ενός πράγματος («έχει σπίτια και κτήματα») 2. (για προσωπική κράτηση) κρατώ, φυλάω («τόν έχουν μέσα» ή «τόν έχουν στη φυλακή») 3. (για δήλωση συγγενικού δεσμού ή άλλης …   Dictionary of Greek

  • έχω — πρτ. είχα 1. κρατώ στα χέρια μου: Μην πλησιάζεις, έχω μαχαίρι. 2. διαθέτω, είμαι κάτοχος, ιδιοκτήτης: Έχω σπίτια. 3. σχετίζομαι, συγγενεύω, συνδέομαι: Έχω αδέρφια. 4. μτφ., αξίζω, κοστίζω: Πόσο έχουν οι ντομάτες; 5. θεωρώ, νομίζω: Τον είχα για… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Οὐκ ἔχω πῶς ἐπαινέσω, ψέγειν δ’οὐ βούλομαι. — См. Чего хвалить не умеешь, того не хули …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • 'χω — ἔχω , ἔχω check pres subj act 1st sg ἔχω , ἔχω check pres ind act 1st sg ἔχω , χόω throw imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅχω — ἔχω , ἔχω check pres subj act 1st sg ἔχω , ἔχω check pres ind act 1st sg ἔχω , χόω throw imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχόν — ἔχω check aor part act masc voc sg ἔχω check aor part act neut nom/voc/acc sg ἔχω check aor ind act 3rd pl (homeric ionic) ἔχω check aor ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔχετον — ἔχω check pres imperat act 2nd dual ἔχω check pres ind act 3rd dual ἔχω check pres ind act 2nd dual ἔχω check imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔχον — ἔχω check pres part act masc voc sg ἔχω check pres part act neut nom/voc/acc sg ἔχω check imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἔχω check imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχέο — ἔχω check aor imperat mid 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ἔχω check aor imperat mid 2nd sg (ionic) ἔχω check aor ind mid 2nd sg (epic doric ionic aeolic) σχάω slit open so as to let something escape pres imperat mp 2nd sg (epic ionic) σχάω slit… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”